Αρχείο

Archive for the ‘Βιβλία’ Category

ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ

ΜΕΡΟΣ Γ.

Κεφ. 5. ΚΛΙΜΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

«Κανένας δέν μιλοῦσε γι’Aὐτόν φανερά, γιατί φοβούνταν τούς Ἰουδαίους ἄρχοντες» (Ἰω. 7:13). Ἀπαγόρευαν στόν κόσμο νά λέει ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Μεσσίας (Ἰω.9:22). Ὅποιος τό ἔκανε, τόν ἀπέκοπταν ἀπό τήν «συναγωγή», καί ἔτσι θεωρεῖτο ἐχθρός τοῦ λαοῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἡ χειρότερη τιμωρία (ἀντίστοιχη μέ «ἀφορισμό»). Ἔτσι, ὅσοι πίστευαν στόν Χριστό, τό κρατοῦσαν μυστικό (Ἰω.12: 42). Αὐτό τό κλῖμα ἐπηρέασε ἀκόμα καί τούς βουλευτές, ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου! Οἱ βουλευτές Νικόδημος καί Ἰωσήφ ἦταν κρυφοί μαθητές τοῦ Κυρίου! (Ἰω.19:38). Καί δέν ἦταν μόνο αὐτοί. «Γιατί καί ἀπό τούς ἄρχοντες πολλοί εἶχαν πιστεύσει σ’ Αὐτόν· ἀλλά δέν τό ἔλεγαν ἐξ αἰτίας τῶν φαρισαίων· γιά νά μή γίνουν ἀποσυνάγωγοι!» (Ἰω.12:42).

Ὁ ἀγαθός Κύριος, ἔχοντας ὑπόψη Του ὅλο αὐτό τό βαρύ κλῖμα, δέν ἐπέτρεπε στούς ἀδύνατους τότε μαθητές Του, νά ἐκφράζονται δημόσια γι’ αὐτόν. Ἔτσι, ὅταν πρίν ἀπό τήν μεταμόρφωσή Του, ὁ Πέτρος ὁμολόγησε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ὁ Μεσσίας, Υἱός Θεοῦ (Μτ. 16:16) τούς «ἔδωσε αὐστηρή ἐντολή στούς μαθητές Του νά μήν εἰποῦν σέ κανένα, ὅτι Αὐτός, ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας». (Μτ.16:20). Γιά τόν ἴδιο λόγο, δέν ἐπέτρεπε καί στόν ἁπλό λαό νά ἐκφράζεται δημόσια ὑπέρ Του. «Κόσμος πολύς ἀκολούθησε τόν Ἰησοῦ, καί αὐτός θεράπευσε ὅλους τούς πάσχοντες. Καί τούς διέταξε νά μήν μιλᾶνε γι’Αὐτόν δημόσια» (Μτ.12:16).

Διώξεις καί ἀπόπειρες δολοφονίας Του

«Μήπως μποροῦμε σύμφωνα μέ τόν Νόμο μας νά καταδικάσουμε ἕναν ἄνθρωπο, ἄν πρῶτα δέν τόν ἀκούσουμε καί δέν μάθουμε τί ἔκανε;» (Ἰω. 7:52), διαμαρτυρήθηκε ὁ βουλευτής Νικόδημος στούς ἀρχιερεῖς καί φαρισαίους, πού ἔστειλαν ἀστυνομικούς νά συλλάβουν τόν Ἰησοῦ χωρίς λόγο (Ἰω. 7:32). Ἐπειδή εἶχαν καί κοσμική ἐξουσία, εἶχαν ὅλη τήν ἄνεση νά κάνουν στόν Ἰησοῦ ὅ,τι ἤθελαν, χωρίς νά δώσουν λόγο σέ κανέναν. Φαντασθεῖτε λοιπόν τή θέση τοῦ Ἰησοῦ!

Ἡ πρώτη τους ἀπόφαση γιά νά Τόν σκοτώσουν, ἐλήφθη στίς μέρες τοῦ Πάσχα (δευτέρου ἔτους δημοσίου βίου Του). Ἐπειδή, μέρα Σάββατο θεράπευσε τόν παράλυτο, καί τοῦ εἶπε νά μεταφέρει τό κρεβάτι του (Ἰω.5:16). Δέν ἤθελαν ἁπλά νά Τόν φυλακίσουν, ὥστε νά περιορισθεῖ ἡ δραστηριότητά Του, ἀλλά νά Τόν σκοτώσουν! Προσπάθησαν νά Τόν σκοτώσουν (Ἰω. 5:16), ἀλλά δέν τά κατάφεραν, γιατί δέν είχε έρθει ἀκόμα ἡ ὥρα Του.

Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀπόφαση αὐτή εἶχε γι’αὐτούς ἕνα μειονέκτημα: Ἐλήφθη ἀνεπισήμως· χωρίς νά συγκληθεῖ τό Μέγα Συνέδριο, ὥστε νά ἔχει κῦρος ἡ ἀπόφασή τους καί νά ἔχουν ἕνα ἐπί πλέον κίνητρο γιά νά τήν ἐκτελέσουν. Τό ἔκαναν ὅμως στή συνέχεια. Ὁ Ἰησοῦς μέρα Σάββατο καθώς δίδασκε μέσα στή συναγωγή, θεράπευσε καί πάλι ἕναν ἄρρωστο (Μτ.12: 9-13). «Οἱ φαρισαῖοι,ὅταν ἔφυγαν ἀπό τήν συναγωγή, ἐπῆγαν καί ἔκαμαν συμβούλιο ἐναντίον Του. Καί ἀποφάσισαν ὁμόφωνα, νά Τόν ἐξοντώσουν» (Μτ.12: 14). Ὅμως, οὔτε καί πάλι τά κατάφεραν, γιατί δέν εἶχε ἔρθει ἀκόμα ἡ ὥρα Του.

Ὁ Ἰησοῦς συνέχισε τό ἔργο Του. Ἀνέστησε τόν Λάζαρο (Ἰω.11:1-44). Δέν τό ἄντεξαν. Ἔκαμαν καί πάλι ἔκτακτο Συνέδριο (Ἰω. 11:47). «Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα ἐπῆραν τήν ἀπόφαση νά Τόν ἐξοντώσουν» (Ἰω. 11: 53). Ἀλλά καί πάλι δέν τά κατάφεραν, γιατί δέν ἦταν ἀκόμα ἡ ὥρα Του. Δυό μέρες πρίν ἀπό τό Πάθος Του, «ἐκτόξευσε» ἐναντίον τους ἐκεῖνα τά φοβερά καί ἀπανωτά «οὐαί» (Μτ. 23:5-29). Αὐτό ἦταν γι’αὐτούς τό ἀποκορύφωμα! «Ἔκαμαν σύναξη οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ στό μέγαρο τοῦ ἀρχιερέα Καϊάφα. Καί κατέληξαν στήν ἀπόφαση νά βροῦν τρόπο νά συλλάβουν τόν Ἰησοῦ μέ δόλο. Καί νά Τόν ἐκτελέσουν» (Μτ.26:3-6).

Βλέπετε, δέν ἔκαναν τίποτε ἄλλο, ἀπό τό νά συγκαλοῦν Συνέδρια καί νά ἀποφασίζουν ὁμόφωνα (σέ ὅλα τά Συνέδρια) νά σκοτώσουν τόν Ἰησοῦ. Καί τό ἕνα ἔφερνε τό ἄλλο: Τήν συνεχῆ καταδίωξη Του· «ἐδίωκον τόν Ἰησοῦ» σημειώνει ὁ Ἰωάννης (Ἰω. 5:16). Ἰδιαίτερα ὅταν ἔρχονταν οἱ μεγάλες γιορτές (πού ὁ Ἰησοῦς ἀνέβαινε στά Ἱεροσόλυμα), οἱ ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καί φαρισαῖοι βρίσκονταν σέ συναργεμό! «Ἔλεγαν: «Ποῦ εἶναι τος Ἐκεῖνος;» (Ἰω.7:11). «Καί ἀκόμα ὅταν βρίσκονταν στόν χῶρο τοῦ Ναοῦ, συζητώντας μεταξύ τους ἔλεγαν: «Τί γνώμη ἔχετε; Δέν θά μᾶς ἔρθει στήν γιορτή;» (τοῦ Πάσχα) (Ἰω.11:56). Καί «εἶχαν μάλιστα δώσει ἐντολή οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ φαρισαῖοι, ἄν κανείς μάθει ποῦ βρίσκεται, νά τούς μηνύσει γιά νά Τόν συλλάβουν!» (Ἰω. 11:57). Μέ αὐτή τήν «ἐργασία» περνοῦσαν τίς ἡμέρες τους!

Ὁ Ἰησοῦς ὅλα αὐτά τά ἤξερε. «Ψάχνετε νά βρεῖτε τρόπο νά Μέ σκοτώσετε», τούς εἶπε (Ἰω.8:37). Καί κήρυττε μέ θάρρος στόν Ναό, χωρίς νά τούς φοβᾶται. « Αὐτός δέν εἶναι Ἐκεῖνος πού ἔψαχναν νά Τόν εὕρουν νά Τόν σκοτώσουν; Καί γιά κοίταξε ἐκεῖ! Τούς τά λέει στά ἴσα καί αὐτοί δέν Του λένε λέξη!», ἔλεγαν μεταξύ τους Ἱεροσολυμῖτες (Ἰω.7: 25-26). (Ἤξεραν οἱ πάντες ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν «ὑποψήφιος» πρός ἐκτέλεση). Καί ἐνῶ προσπαθοῦσαν νά Τόν συλλάβουν, τούς ἐμπόδιζε ἡ ἀόρατη δύναμη τῆς Θεότητός Του· ἐνεργοῦσε δηλαδή σάν Θεός· καί ἔτσι δέν μποροῦσαν νά ἁπλώσουν πάνω Του τά χέρια τους (Ἰω.7:35. Ἰω. 8: 59). Ἄλλοτε, ἐνεργώντας σάν ἁπλός ἄνθρωπος, «δέν ἤθελε νά περιοδεύει στήν Ἰουδαία, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι ἔψαχναν νά Τόν βροῦν, νά Τόν σκοτώσουν» (Ἰω. 7:1) ἤ ὅταν χρειαζόταν ἀνέβαινε κρυφά στά Ἱεροσόλυμα! (Ἰω.7: 10). Καί ἦταν Θεός· ἰσχυρός, Κύριος, Παντοκράτωρ!

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ ΄ΛΟΥΚΑ Τοῦ ἀσώτου υἱοῦ ( Λκ. 15:11-32)

Απόσπασμα από το Νέο Βιβλίο «ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Μυστήρια καί ἀποκαλύψεις!»

α. Ἐργάτης τῆς ἁμαρτίας

     Μέ ὁδηγό τόν Ἅγιο  Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ,  Ἀρχιεπίσκοπο Θες/νίκης (ὁμιλία 3η  εἰς τήν κατά τόν σεσωσμένον ἄσωτον τοῦ Κυρίου παραβολήν) θά προσπαθήσουμε νά δοῦμε τά μηνύματα πού κρύβονται  στήν θαυμάσια παραβολή τοῦ ἀσώστου υἱοῦ, πού «ἔφτιαξε» ὁ Χριστός γιά νά ἐνθαρρύνει τούς ἁμαρτωλούς, ὥστε νά ἔρθουν σέ μετάνοια.  Ὅπως θά δοῦμε κάθε λέξη πού ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ, ἔχει καί ἕνα βαρυσήμαντο μήνυμα.

«Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς». (στίχ. 11). Γιατί δύο καί ὄχι τρεῖς, ἤ τέσσερις;  Γιατί δύο εἶναι οἱ κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων: Οἱ ἐνάρετοι καί οἱ κακοί.  «Καί ὁ νεώτερος γυιός εἶπε στόν πατέρα του» (12) ὄχι ὁ ἀρχαιότερος, γιατί ἡ ἀρετή σέ σχέση μέ τήν κακία εἶναι ἀρχαιότερη (ὁ ἑωσφόρος πρῶτα ἦταν ἄγγελος καί μετά ἔγινε διάβολος). Ἀλλά καί  ὁ νέος ἄνθρωπος   σέ σχέση μέ τόν μεγαλύτερο,   εἶναι περισσότερο ὁρμητικός  καί φιλελεύθερος

« Δός μου τό μερίδιο τῆς περιουσίας  πού μοῦ ἀναλογεῖ».(12) Καί ὁ καλός πατέρας τοῦ  ἔδωσε τό μερίδιο  πού τοῦ ἀντιστοιχοῦσε.[1]   «Ὑστερα ἀπό λίγες μέρες, ὁ μικρότερος γυιός τά μάζεψε ὅλα  κι ἔφυγε σέ χώρα μακρυνή» (13). Δέν  ἔφυγε ἀμέσως, ἀλλά παρέμεινε λίγες μέρες. Γιατί  πρῶτο καί κύριο αἴτημά του ἦταν νά πάρει τό μερίδιο πού τοῦ ἀναλογοῦσε, χωρίς δηλαδή νά ἔχει σάν στόχο νά φύγει μακρυά ἀπό τό σπίτι του. Διαφορετικά θά ἔλεγε στόν πατέρα του: «Δός μου τήν περιουσία πού μοῦ ἀνήκει, νά πάω νά ζήσω μακρυά. Δέν θέλω νά εἶμαι κοντά σου». Ὅταν πῆρε τήν περιουσία, τότε τοῦ ἦρθε ἡ ἐπιθυμία νά φύγει μακρυά ἀπό τό σπίτι. Ἔτσι, πονηρά, «μεθοδικά» δουλεύει ὁ διάβολος:   Πρῶτα σοῦ βάζει τόν λογισμό, ὅτι δέν σοῦ χρειάζεται λ.χ. ἡ Ἐκκλησία,  καί μετά σέ  ρίχνει στήν ἁμαρτία ἤ στήν πλάνη. Ἔτσι ἔκανε στήν Εὔα: Ἐνῶ εἶχε σάν σκοπό νά τήν βγάλει ἀπό τόν Παράδεισο, δέν τῆς τό εἶπε, γιατί ἄν τῆς τό ἔλεγε, δέν θά τόν ἄκουγε. Ὅμως τῆς εἶπε ἄλλα πράγματα, πού πέτυχε αὐτό πού ἤθελε! (Γέν.3: 1-3).   Ἔτσι ἔκανε καί τώρα μέ τόν ἄσωτο υἱό:  Πρῶτα τόν ἔβαλε νά πάρει τήν περιουσία καί μετά τόν «ἔδιωξε»  ἀπό τό σπίτι του.

 

Καί ὁ ἄσωτος υἱός ἔφυγε «σέ χώρα μακρινή» (13)· γιά νά μήν ἔχει καμία ἐπικοινωνία μέ τό σπίτι· ἐπέλεξε τήν τέλεια ἀποκοπή ἀπό τό πατρικό του σπίτι.    Καί ἐκεῖ «σκόρπισε τήν περιουσία του, κάνοντας ἄσωτη ζωή». (13). Περιουσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἔμφυτος  νοῦς του. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται  γιά τή σωτηρία του, ἔχει τό νοῦ του συγκεντρωμένο στόν πρῶτο καί ἀνώτατο «νοῦ», στό Θεό.Ὅταν ὅμως ἀνοίξει πόρτα στά πάθη του, τότε ὁ νοῦς του   σκορπίζεται, περιπλανώμενος συνεχῶς στίς πολύμορφες ἡδονές.

«Ὅταν τά ξόδεψε ὅλα, ἔτυχε νά πέσει μεγάλη πεῖνα στήν χώρα ἐκείνη, κι αρχισε καί αὐτός νά ὑστερεῖται. Πῆγε κι ἔγινε ἐργάτης σέ ἕναν ἀπό τούς πολίτες τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος τόν ἔστειλε στά χωράφια του νά βόσκει χοίρους». (14-15)  Ὁ πολίτης αὐτῆς τῆς  χώρας (πού βρισκόταν μακρυά ἀπό τό Θεό) ἦταν ὁ διάβολος. Καί τόν ἔστειλε στά «χωράφια» του γιά νά τοῦ  βόσκει τά γουρούνια (καί ὄχι πρόβατά του)·  νά ὑπηρετεῖ τά ἀκάθαρτα πάθη του!   Ὅπως δηλ. τά γουρούνια ἀπολαμβάνουν τίς ἀκαθαρσίες, ἔτσι καί ὁ διάβολος ἀπολαμβάνει τούς ἀνθρώπους πού κυλίονται στίς ἀκαθαρσίες τῶν σαρκικῶν ἁμαρτιῶν. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ  δαιμονισμένος τῶν Γαδαρηνῶν ζήτησε ἀπό τόν Κύριο νά μπεῖ σέ γουρούνια (Λκ. 8:32-33) καί ὄχι σέ πρόβατα ἤ σέ ἄλλα ζῶα, πού σίγουρα ὑπῆρχαν στήν περιοχή ἐκείνη!.     «Ἔφτασε στό σημεῖο νά θέλει νά χορτάσει μέ τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοίροι, καί κανένας (ἀπό τούς χοιροβοσκούς), δέν τοῦ ἔδινε» (16).  Δέν μποροῦσε νά χορτάσει τίς σαρκικές του ἐπιθυμίες, γιατί ἡδονή τῆς ἁμαρτίας δέν χορταίνει ποτέ τόν ἄνθρωπο, γι’αὐτό καί ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος γυρίζει  πάντα μέ  «ἄδειο στομάχι», μέ ἄδεια, κενή ψυχή!

Ἦταν τόσο ἀνυπόφορη αὐτή ἡ πεῖνα πού ἔνιωθε,  ὥστε πῆρε μιά ἀπόφαση πού τόν ταπείνωνε: Νά γυρίσει στό σπίτι του τοῦ πατέρα του  καί  ὄχι  πιά σάν γυιός του, ἀλλά σάν ἁπλός ἐργάτης.  Προτιμότερο ἐργάτης (δοῦλος)  στό σπίτι τοῦ πατέρα του, παρά ἐλεύθερος σέ ξένη χώρα.  «Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών  καί εἶπε: «Πόσοι ἐργάτες τοῦ πατέρα μου ἔχουν περίσσιο ψωμί, κι ἐγώ ἐδῶ πεθαίνω τῆς πεῖνας. Θά σηκωθῶ καί θά πάω στόν πατέρα μου, (τό κείμενο πού εἶχε ὑπόψη του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προσθέτει «καί προσπεσοῦμαι», θά πέσω στά πόδια του), καί θά τοῦ πῶ: «Πατέρα, ἁμάρτησα στό Θεό καί σ΄ἐσένα· δέν εἶμαι ἄξιος πιά νά λέγομαι γιός σου· κάνε με σάν ἕναν ἀπό τούς ἐργάτες σου».(17-19). Μέ αὐτή τήν αἴσθηση τῆς ἀναξιότητος καί χωρίς κανένας νά τοῦ κάνει κήρυγμα περί μετανοίας, «σηκώθηκε νά πάει στόν πατέρα του» (20). Εἶδε πιά ἀπό τήν πεῖρα του, πόσο καταστροφικό πρᾶγμα εἶναι νά φεύγεις ἀπό τό σπίτι σου (Ἐκκλησία).

Αὐτή ἡ  ἀπόφαση   δέν ἦταν εὔκολη· ἀφ’ἑνός μέν ἀπό τήν πολλή πεῖνα, εἶχε ἐξαντληθεῖ, ἀφ’ἑτέρου δέ ἡ ἀπόσταση ἦταν μακρυνή.  Καί ὅμως πῆγε! Πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ἡ μετάνοια ἑνός ἀνθρώπου  χρειάζεται ἀγώνα! Εἶναι  τό πιό κορυφαῖο ἄθλημα πού γίνεται στό μεγαλύτερο ὀλυμπιακό  στάδιο τοῦ κόσμου, στήν «χαώδη» ἀνθρώπινη ψυχή· μέ  θεατή αὐτόν τόν  ἴδιο τόν καρδιογνώστη Κύριο.  Γι’αὐτό καί ὁ νικητής στεφανώνεται ἐνδόξως καί λαμπρῶς ἀπό τόν Κύριο, ὅπως συνέβη μέ τόν ἄσωτο υἱό (15-24).

Ἄς εὐχόμαστε νά γίνονται πάντα τέτοιοι ἡρωϊκοί ἀγῶνες μέσα στίς ἀνθρώπινες ψυχές πρός χαράν τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος τοῦ κόσμου.

 

 

[1] Ὅταν τό παιδί (λέει ἡ Γραφή) ἐκβιάζει τόν πατέρα του, γιά νά τοῦ δώσει πρόωρα τήν περιουσία του, καί τελικά τά καταφέρει,  τό παιδί αὐτό δέν θά εὐτυχήσει στή ζωή του, γιατί δέν σεβάσθηκε τόν ἱδρῶτα τοῦ πατέρα του,  «Μερίς ἐπισπουδαζομένη ἐν πρώτοις, ἐν τοῖς τελευταίοις οὐκ εὐλογηθήσεται» (Παρ. 20:  21). Ὁ ἄσωτος λοιπόν υἱός πού ζήτησε καί πῆρε πρόωρα τήν περιουσία τοῦ πατέρα του, παρολίγο νά πεθάνει ἀπό τήν πεῖνα! (Λκ. 15:11-32).

ΝΗΣΤΕΙΑ & Θ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ.

9. «Δέν ὑπάρχει Ἱ.Κανόνας!»

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Βασιλείου  Μπακογιάννη, Ναός, Ἱερέας, Θ.Λειτουργία, Θ. Κοινωνία, σελ. 191-194)

Ἄν καθίσεις στό τραπέζι καί εἰπεῖς στούς συνδιαιτημόνες σου, ὀρθόδοξους χριστιανούς, «τρώ­ω λαχανικά, γιατί μοῦ τό εἶπε ὁ διαιτολόγος μου», θά σοῦ εἰποῦν «σεβαστό!». Μπορεῖ καί νά σέ ζηλεύουν, πού ἐγκρατεύεσαι! Ἄν ὅμως τούς εἰπεῖς, «νηστεύω, γιατί θά κοινωνήσω», θά σοῦ εἰποῦν: «Δέν κάνεις καλά! Δέν χρειάζεται νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας, γιατί δέν ὑπάρχει Κανό­νας!». (Ἐνῶ γιά τή δίαιτα ὑπάρχει …!).

Πρῶτο: Οἱ Ἱ. Κανόνες θεσπίζονταν, ὅταν προέκυπτε πρόβλημα, γιά νά λυθεῖ τό πρόβλημα. Ὅμως στήν Ἐκκλησία δέν προέκυψε πρόβλημα, ἄν οἱ χριστιανοί θά πρέπει ἤ ὄχι νά νηστεύουν, γιατί ἤδη νήστευαν. Γιά ποιό λόγο λοιπόν νά θεσπιζόταν Ἱ. Κανόνας; Καί δεύτερο: Ἡ Ἐκκλησία δέν στηρί­ζεται μόνο στούς Ἱ. Κανόνες, ἀλλά καί στήν ἄγραφη Παράδοση, πού ἔχει ἰσχύ Ἱ. Κανόνος! Ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ: Ποιός Ἱ. Κανόνας Ἁγίας Συνόδου δεσμεύει τόν Ἱερέα, νά τηρεῖ τό «ἀπόρρητον τῆς ἐξομολογήσεως;». Κανένας! Ἰσχύει ἤ ὄχι «τό ἀπόρρητον;». «Ναί!», θά εἰπεῖς. Μά δέν ὑπάρχει Ἱ. Κανόνας…!

Ὁ Ἅγιος Ἰ. μᾶς εἶπε, γιά ποιό λόγο καθιε­ρώθηκε ἡ νηστεία τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, (προετοιμασία γιά τή Θ. Κοινωνία). Καί ἀπό τότε λοιπόν καί μετά «βασική προϋπόθεση γιά τήν Θ. Κοινωνία, ἦταν ἡ ἐν μετανοίᾳ καί νηστεία πνευ­ματική περισυλλογή καί ἡ Ἐξομολόγηση» (Βλα­σίου Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, τ. Α΄ Ἀθῆναι 1992, σελ. 910). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπανέλαβε μετά ἀπό δεκατρεῖς αἰῶνες στήν «Ὁμολογία» του ὁ Μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος ὁ Μογίλας (17ος αἰ): «Ἡ ἑτοιμασία πρός τήν Μετάληψιν τῶν φρικτῶν τούτων μυστηρίων, πρέπει νά γίνεται κατά τήν τάξιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν τῆς Ὀρθοδόξου, ἤγουν μέ καθαράν ἐξομολόγησιν νηστείαν τε καί κατάνυξιν», (Ἰω. Καρμίρη. Τά Δογματικά καί Συμ­βο­λικά μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τ. Β΄σελ. 638-640).

Καί ἐπειδή ἡ Θ. Κοινωνία εἶχε πιά συνδυα­σθεῖ μέ τή νηστεία, γι’αὐτό, σύν τῷ χρόνῳ (691 μ.Χ) καθιερώθηκαν τή Μ. Τεσσαρακοστή οἱ «Προη­γιασμένες» (ΝΒ΄ τῆς ΣΤ΄)[1]. «Ἐφόσον νηστεύουμε, γιατί νά μήν κοινωνοῦμε;», ἦταν τό σκεπτικό τους, καί ὄχι «ἐφόσον γίνονται Προηγια­σμένες, γιατί νά μήν κοινωνοῦμε;». Καί γι’αὐτό (ἐπειδή ἡ νηστεία εἶχε συνδυασθεῖ μέ τή Θ. Κοινωνία) ἐπικράτησε, ὥστε οἱ περισσότεροι χρι­στια­νοί νά κοινωνοῦν σέ περιόδους νηστειῶν, Χριστούγεννα, Πάσχα, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῆς Παναγίας.

 Παράδοση & Κανόνας

 Κατά τόν Μ. Βασίλειο τά ἄγραφα ἤθη στήν Ἐκκλησία ἔχουν ἰσχύ Νόμου (Κανόνας ΠΖ). Καί στήν Ἐκκλησία λοιπόν ὑπῆρχε ἄγραφη συνήθεια, πού ὅριζε νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας, ὁπότε αὐτή ἡ συνήθεια ἔχει ἰσχύ Ἱ. Κανόνος! «Τά ἀρχαῖα ἤθη κρατείτω» διατάσσει ἡ Ἁγία Πρώτη Οἰ­κουμενική Σύνοδος (Κανόνας ΣΤ).

Ἔστω, ὅτι δέν ὑπάρχει Παράδοση πού νά λέει γιά νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας. Ἄρα ἔχουμε τό ἐλεύθερο ἤ νά νηστεύουμε ἤ νά μήν νηστεύουμε. Ὅμως ἐμεῖς προτιμᾶμε νά μήν νηστεύουμε. Ἡ ἐπιλογή μας αὐτή θά πρέπει νά μᾶς προβλη­ματίσει, γιατί τό κίνητρό της εἶναι ἡ ἀγάπη στήν κοιλία, καί ὄχι στό Χριστό. Πού σημαίνει, καί Κανόνας Ἁγίας Συνόδου νά ὑπῆρχε, ἡ «κοιλία» μας θά «ἀπαγόρευε» τήν τήρησή της! Ντο­κουμέντο: Τηροῦμε τούς Κανόνες τῶν Ἁγίων Συνόδων πού μιλᾶνε γιά νηστεία; Τηροῦμε τόν Ν΄ Κανόνα τῆς Λαοδικείας, πού μᾶς ὑποχρεώνει νά ξηροφαγοῦμε καθόλη τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Τηροῦμε τόν ΞΔ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού μᾶς ὑποχρεώνει νά νηστεύουμε (ξηροφα­γοῦμε) κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή καί καθόλη τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Τηροῦμε τόν ΠΘ΄ Κανόνα τῆς Ἁγίας Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού μᾶς ἀπαγορεύει νά φᾶμε «κάτι» ἀπό τό βράδυ τῆς Μ. Πέμπτης μέχρι καί τά ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα;

Τό θέμα λοιπόν δέν εἶναι ὅτι δέν
ὑπ­ά­­ρ­χει Ἱ. Κανόνας, ἀλλά ἄν ἐμεῖς ἔχουμε διάθεση γιά νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας. «Μπορεῖς νά νηστέψεις τό κρέας καί τά γαλακτερά;». Εἶπα (20.10.1997) σέ μιά 60χρονη, κυρία (κ. Ν.Λ), πού ζήτησε νά κοινωνήσει. «Πάτερ μου, τί μοῦ λές;! Γιά τήν ψυχή μου καί τό λάδι νά νηστέψω!».

Αὐτό τό φρόνημα, τό φιλότιμο, αὐτή ἡ ἀρχοντική ἀγάπη πρός τό Χριστό (ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Παϊσιος (+1994) ἐκλείπει σήμερα ἀπό τίς ψυχές μας, γι’αὐτό καί ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀντίδραση γιά νηστεία πρό τῆς Θ. Κοινωνίας!

 

Σχόλια στά «πληρωτικά» τῆς Θ. Λειτουργίας

Τά «πληρωτικά» εἶναι δεήσεις, εὐχές πού λέγονται γιά τούς πιστούς, λίγο πρίν ἀπό τό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου κ.λ.π. Σάν νά τούς λέει ἡ Ἐκκλησία: Τώρα πού τελειώνουμε τήν προσευχή μας καί ἀναχωρεῖτε, νά ἔχετε μαζί σας ἄγγελο φύλακα, ὅλη τήν ἡμέρα νά τήν περάσετε ἅγια καί εἰρηνικά, κ.λ.π.       Ἐνῶ λοιπόν πληρωτικά λέγονται σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες, «παραδόξως» στή Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων, ἐκλείπουν! Ἀντίθετα στή Λειτουρ­γία τῶν Πιστῶν, λέγονται δυό φορές· μία στό τέλος, μετά τόν καθαγιασμό, καί μία στήν ἀρχή τῆς Λειτουργίας τῶν Πιστῶν, (μετά ἀπό τήν Μεγάλη Εἴσοδο).

Τά μετά τόν καθαγιασμό, καί πρός τό τέλος τῆς Λειτουργίας τῶν Πιστῶν, ταιριάζουν, Ὅμως αὐτά πού λέγονται στήν ἀρχή τῆς Λειτουργίας τῶν Πιστῶν δέν ταιριάζουν. Γιατί τά πληρωτικά λέγονται στό τέλος τῆς ἀκολουθίας, καί ὄχι στήν ἀρχή! Εἶναι πιθανόν, τά πληρωτικά αὐτά νά λέγονταν στό τέλος τῆς Λειτουργίας τῶν Κατηχου­μένων, σάν τελευταῖες εὐχές τῆς Ἐκκλησίας πρός αὐτούς, καί νά «μεταπήδησαν» στήν ἀρχή τῆς Λειτουργίας τῶν Πιστῶν. Ὁπότε στήνπερίπτωση αὐτή, εἶναι χίλιες φορές προτιμότερο νά παραλεί­πονται τά πληρωτικά αὐτά, παρά τά μετά τόν κα­θα­γιασμό. Καί γιά τούς ἑξῆς πρόσθετους λόγους:

1ον. Ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν (+1984) ἔλεγε, πώς ἡ παράλειψή τους δένει πιό καλά μέ τό ὅλο πνεῦμα τῆς Μεγάλης Εἰσόδου καί τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς. Δηλαδή: Γίνεται ἡ Μεγάλη Εἴσοδος, εὐλογεῖ ὁ Ἱερέας τό λαό, δίνεται ὁ ἀσπασμός τῆς ἀγάπης, δίνεται ἡ ὁμολογία πίστεως, (τό «Πιστεύ­ω»), καί εὐθύς, χωρίς τή μεσολάβηση τῶν πληρωτικῶν μπαίνουμε στήν Ἁγία Ἀναφορά.

2ον Τά πληρωτικά πού λέγονται μετά τόν καθαγιασμό, ἀναφέρονται καί στόν Βαρβερινό κώδικα (σελ. 38-39) στό ἀρχαιότερο δηλαδή «Εὐ­χο­λόγιο», (8ο -9ο μ.Χ. αἰ.). Πού σημαίνει πώς λέ­γονταν ἀπό παλιά στή Λειτουργία τῶν Πιστῶν, καί ἄρα δέν εἶναι νεώτερη προσθήκη, ὅπως ὑπο­στηρίζεται ἀπό μερικούς.

    & 3ον Ἔχουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου (τά μετά τόν καθαγιασμό) πιό μεγάλη δύναμη, γιατί πάνω στό Θυσιαστήριο εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου.

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ ἀρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Ναός, Ἱερέας, Θ.Λειτουργία, Θ.Κοινωνία, ἐκδόσεις «Θαβώρ»,

 

 

 

Ὅ,τι γυαλίζει δέν εἶναι χρυσάφι!

Ἀκοῦμε, πώς ὁ δεῖνα ἀσκητεύει μέσα σέ μιά  σπηλιά, τρώει μόνο λάχανα, καί τρέχουμε πρός συνάντησή του! Τόν θεωροῦμε, ἐκ τῶν προτέρων, πώς πρόκειται περί ἐπιγείου ἀγγέλου! Μακάρι…!

Βλέπουμε κάποιον  σκελετωμένο, μέ μακρυά γενειάδα, μέ ἕνα τριακοσιάρι κομποσχοίνι γύρω ἀπό τό λαιμό του, νά λέει, νά λέει! Καί τρέχουμε! Τόν θεωροῦμε ἐκ τῶν προτέρων ἅγιο! Μακάρι…!

Ἀκοῦμε, πώς ὁ κ. Τ.,  εἶναι μέρα-νύχτα στήν ἐκκλησία, ψέλνει, προσεύχεται, κοινωνεῖ, διαβάζει τή Γραφή, καί  τόν θεωροῦμε ἐκ τῶν  προτέρων ἐνάρετο, φερέγγυο ἄνθρωπο  καί τόν ἐμπιστευόμαστε! Μακάρι…!

Ἀκοῦμε, πώς ὁ κ. Χ.,  ἐργάζεται στήν ἐκκλησία, εἶναι νεωκόρος, ἐπίτροπος, ψάλτης, παπᾶς, κ.λ.π., καί τόν θεωροῦμε ἐκ τῶν προτέρων ἐνάρετο, φερέγγυο! Μακάρι…!

Ἀκοῦμε, πώς ὁ κ. Ψ.,  καλογηρεύει στό Ἅγιο Ὄρος,  στούς Ἁγίους Τόπους  καί τρέχουμε! Τόν θεωροῦμε ἐκ τῶν προτέρων ἅγιο! Μακάρι…!

Δηλαδή;

Ἐπειδή ὁ ἄλλος ἀσκητεύει μέσα στή σπηλιά  ἤ εἶναι σκελετός ἀπό τήν πολλή νηστεία ἤ συχνάζει μέρα-νύχτα μέσα στήν ἐκκλησία, ἐπειδή, ἐπειδή,  ἐπειδή, σημαίνει πώς αὐτόματα ἔγινε καί τέλειος χριστιανός;!

Ἔχει μέσα του τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, καί τά χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος; Ἀγάπη, ταπείνωση, δικαιοσύνη; Ἔτσι, τόσο εὔκολα (οὐρανοκατέβατα!)  ἔρχονται αὐτά;!

Ὅταν δέν ἀγωνίζεσαι, ὅταν δέν ἀντιστέκεσαι στά πάθη σου, σωματικά ἤ ψυχικά,  ἄς εἶσαι ἀκόμα καί ἀρχάγγελος (!) ἄς κατοικεῖς ἀκόμα καί στόν Οὐρανό (ὅπου κατοικοῦσε ὁ Ἑωσφόρος!)  εἶσαι ἱκανός γιά ὅλα!

Ὅταν δέν ἔχεις ταπείνωση, συντριβή, φρόνιμα τελώνη, ἄς κοινωνεῖς κάθε μέρα, ἄς συχνάζεις κάθε μέρα στήν ἐκκλησία, κ.λ.π. κ.λ.π.,  εἶσαι καί πάλι ἱκανός γιά ὅλα! Καί νά κλέψεις, καί νά ἀδικήσεις, καί νά μοιχεύσεις, καί νά ψευδομαρτυρήσεις, (στό δικαστήριο!) καί νά διαστρέψεις τό Εὐαγγέλιο, ἀρνούμενος βασικές διδασκαλίες Του! Καί νά λές δικά σου πράγματα, φτιάχνοντας ἔτσι ἕνα  δικό σου Εὐαγγέλιο, «καλύτερο» ἀπό τοῦ Χριστοῦ…!

Θυμηθεῖτε: Τά φοβερά «οὐαί», ὁ ἀγαθός Χριστός δέν τά «ἐκτόξευσε»   σέ ἀνθρώπους τοῦ ὑποκόσμου, σέ τελῶνες, σέ πόρνες, σέ μοιχούς, ἀλλά σέ ἀνθρώπους, πού τούς προσκυνοῦσε ὁ κόσμος…! Πού φημίζονταν γιά τήν ἀρετή τους…! Σ’ αὐτούς πού διάβαζαν τίς Γραφές, πού ἔκαναν τήν προσευχή τους, πού ἀποδεκατοῦσαν  τίς περιουσίες τους, πού νήστευαν (ἔμειναν νηστικοί!) δυό φορές τήν ἑβδομάδα, πού δέν ἔλειπαν ἀπό τίς συναγωγές!

Θυμηθεῖτε:  Τόν Κύριο δέν τόν σταύρωσαν οὔτε οἱ ληστές, οὔτε οἱ πόρνοι, οὔτε οἱ τελώνες, ἀλλά οἱ θρησκευτικοί ἡγέτες τοῦ λαοῦ! Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι, οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ,  μέ πρωτοστάτες (φεῦ!) τούς Ἀρχιερεῖς…! (Μτ.27,20.Λκ.23,23).

 

απόσπασμα από το Βιβλίο «Χριστιανός ή Ηθοποιός»

Για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου

Πέρασαν περίπου ἔξι μῆνες ἀπό τότε πού ἡ Μαρία ἐγκαταστάθηκε στήν Ναζαρέτ στό σπίτι τοῦ Ἰωσήφ. Φαίνεται πώς στό διάστημα αὐτό εἶχε παλαιωθεῖ τό «καταπέτασμα» τοῦ ναοῦ . Καί ἔπρεπε νά ἀντικατασταθεῖ. Τό ἱερώτατο αὐτό σκεῦος δέν μποροῦσε νά προέλθει ἀπό ἀκάθαρτα χέρια. Ἔπρεπε νά «βγεῖ» ἀπό χέρια ἀμίαντα καί καθαρά.
Ὁ ἀρχιερέας Ζαχαρίας διέταξε νά φέρουν στό ναό τίς ἀμίαντες παρθένες ἀπό τήν φυλή Δαυίδ. Ἔδωσε ξεχωριστή ἐντολή νά φέρουν ἀπό τήν Ναζαρέτ τήν παρθένο Μαριάμ. Εἶχαν ἤδη συγκεντρωθεῖ ἑπτά Παρθένες. Ἔβαλαν κλῆρο. Καί ὁ κλῆρος «ἔπεσε» στήν Μαριάμ.
Ἡ Μαριάμ πῆρε τά «ὑλικά», τόν χρυσό, τόν ἀμίαντο, τήν βύσσον, τό σηρικόν, τόν ὑάκινθον, τό κόκκινον καί τήν πορφύραν, γύρισε σπίτι της στή Ναζαρέτ καί «ἔγνεθε», ἔφτιαχνε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος.
Ἦταν 25 Μαρτίου. Κυριακή ἀπόγευμα. Ἡ Παρθένος σταμάτησε πρός στιγμή τό ἱερό ἐργόχειρό της. Πῆρε τήν στάμνα ( σύμφωνα μέ τό πρωτευαγγέλιο ) καί πήγαινε γιά νερό στήν βρύση. Καθώς ἔβγαινε ἀπό τό σπίτι, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε:
– Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία. Ὁ Κύριος μετά σοῦ. Ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ.
«Κεχαριτωμένη» τήν εἶπε. Ποιός; Αὐτός ( ὁ ἀρχάγγελος! ) ποὺ «πιάνει τήν μύτη του» καί στόν παραμικρό ἐμπαθῆ λογισμό ! Ἀναλογιζόμαστε τό μέγεθος τῆς ἁγιότητός της!
Συνέχισε τό ἐγκώμιον ὁ μέγας Γαβριήλ:
– Εἶσαι ἡ μόνη γυναίκα, πού ἔχεις τόσο πολύ εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Κύριο. «Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί». ( Λουκ. α, 26 )
Τί λόγια κολακευτικά. Ἰδιαίτερα γιά μία γυναίκα. Σημειωτέον, ὅτι τά λόγια αὐτά δέν ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα τοῦ Ἀρχαγγέλου ὑποκριτικά. Ἔβγαιναν μέσα ἀπό τήν καρδιά του. Καί τό πρόσωπό του ἄστραφτε ἀπό χαρά, πού συνάντησε ἐπί γῆς μία τέτοια γυναίκα. Κι αὐτό τό ἔβλεπε ἡ Μαρία. Καί ὅμως δέν κολακεύτηκε. Οὔτε στό ἐλάχιστο. Τουναντίον ἀνησύχησε. «διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ» ( Λουκ. α. 28 ).
Ἄφησε τήν στάμνα. Καί μπῆκε «ἐν τῇ σκηνῇ ( = οἰκία ) τοῦ Ἰωσήφ». Κάθησε κοντά στό θρόνο της, καί ἔγνεθε τό ὕφασμα τοῦ καταπετάσματος ( ὅπως δείχνει καί ἡ εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ). «Καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» ( Λουκ. α, 30 ).
– Μήπως, ἔλεγε, ὁ πονηρός μοῦ ἔστησε καμιά πλεκτάνη ; Καί πάθω, ὅ,τι ἔπαθε ἡ προμήτορα Εὔα; Κι ἦταν κοπελίτσα 15 ἐτῶν! Κρίσιμες στιγμές. Ὁ ἀρχάγγελος προσπάθησε νά τήν καθησυχάσει.
– Μήν φοβᾶσαι Μαριάμ. Ὁ Θεός σέ χαρίτωσε. Θά μείνεις ἔγκυος. Θά κάνεις παιδί καί θά τό πεῖς Ἰησοῦ. Θά γίνει μεγάλος. Θά ὀνομαστεῖ υἱός τοῦ Ὑψίστου. Καί ἄλλα μεγαλεῖα ( Λουκ. α’ 30 – 32 ).
Καί ἡ παρθένος διερωτᾶται: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω». ( Λουκ. α : 34 ). Ἐγώ δέν σχετίζομαι μέ σύζυγο. Πῶς θά γίνει αὐτό ποὺ λές; «Καί μήν διά τοῦτο ἔσται, ἐπειδή ἄνδρα οὐ γινώσκεις, ( ρητορεύει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ). Εἰ γάρ ἐγίνωσκες ἄνδρα, οὐκ ἄν κατηξιώθης ὑπηρετήσασθαι τήν διακονίαν ταύτην. Ὥστε δι’ ὅ ἀπιστεῖς, δι’ αὐτό πίστευε». ( Ε.Π.Ε . τ. 4 σελ. 250 ) Δηλαδή: Μά γιά αὐτό θά γίνει. Ἐπειδή δέν ἔχεις ἄνδρα. Διότι ἄν εἶχες ἄνδρα, δέν θά καταξιωνόσουν μιᾶς τέτοιας διακονίας. Ὥστε αὐτό πού σέ κάνει νά ἀπιστεῖς, αὐτό σέ κάνει νά πιστέψεις.
Φυσικά ἡ Παρθένος δέν ἦταν ἄπιστη! Εἶχε τόν σκοπό της πού ἀμφέβαλε. Ἤθελε ( διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ) νά ἐξακριβώσει μέ πᾶσα λεπτομέρεια, ἄν πρόκειται περί πλάνης. ( ὁμιλ. ιδ’ 1 )
Ὁ Γαβριήλ τῆς ἐξήγησε πῶς θά γίνει τό μεγάλο γεγονός.
– Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. ( Λουκ. α: 33 ). Μήν φοβᾶσαι! Ἡ παρθενία σου θά διαφυλαχθεῖ. Δύναμη Θεοῦ θά σέ καλύψει. Πνεῦμα ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου. Καί θά γεννήσεις χωρίς ἄνδρα.
Τώρα διαπίστωσε πώς αὐτό εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ὅμως ἡ ἴδια πίστευε πώς πνευματικά ἦταν ἡ πιό πάμφτωχη γυναίκα. Ἑπομένως αὐτό πού τῆς λέει ὁ Γαβριήλ, εἶναι ἀντίθετο μέ τό φρόνημά της, τήν ἐπιθυμία της, τήν δύναμή της. Παρόλο αὐτό δέν ἔφερε ἀντίρρηση. Ὑπέταξε τό θέλημά της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Από το Βιβλίο του π. Βασιλείου Μπακογιάννη «Χαίρε Κεχαριτωμένη»

Για τον Μεγάλο Αγιασμό

04/01/2013 1 Σχολιο

1. Ο Μ. Αγιασμός προήλθε από το νερό του Βαπτίσματος. Περιληπτικά: Οι χριστιανοί, βλέποντες τις θαυματουργικές του ιδιότητες, έπαιρναν από το αγιασμένο αυτό νερό, ράντιζαν τα υπάρχοντά τους, και το κρατούσαν στο σπίτι τους σαν «ευλογία». Τούτο όλως ιδιαιτέρως γινόταν ανήμερα των Θεοφανείων. (Περισσότερα: Παν. Τρεμπέλα, «Μικρόν Ευχολόγιον» τ. Β σελ. 53-57).

2. Ήρθε όμως η εποχή (5ος μ.Χ. αι. περίπου), που εξέλιπεν θεσμός των Κατηχουμένων, κι οι βαπτίσεις τους. Όμως οι χριστιανοί είχαν συνηθίσει ανήμερα των Φώτων να παίρνουν «Αγιασμό» στα σπίτια τους. Οπότε η Εκκλησία θέσπισε το Μεγάλο Αγιασμό (5-6 μ.Χ. αι.), που είναι ίδιος με το νερό της Βαπτίσεως.

Και δεν αρκούσε ο Μεγάλος Αγιασμός των Φώτων; Έπρεπε να γίνεται και την παραμονή;

Ήταν φύσει αδύνατο σε μία ημέρα, ανήμερα των Φώτων, να προλάβουν να αγιάσουν όλα τα υπάρχοντά τους, τα σπαρτά τους, τ’ αμπέλια τους, τις ελιές τους, (που μπορεί να ήταν και μακρυά από τα σπίτια τους). Γι’ αυτό και την παραμονή έκαναν Αγιασμό, «αποκλειστικώς και μόνον να υδρευθώσιν οι πιστοί», σημειώνει ο Παν. Τρεμπέλας (Μικρόν Ευχολόγιον, τ. Β σελ. 17).

3. Υποστηρίζεται, πως η νηστεία παραμονής των Φώτων, είναι για τη γιορτή (των Φώτων) και όχι για τη μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμού. Όμως: Παραμονή των Φώτων γινόταν εσπερινή Θεία Λειτουργία, οπότε νήστευαν, όχι για τη γιορτή των Φώτων, αλλά για τη Θ.Λειτουργία. Παρόλο όμως που η απογευματινή Θ. Λειτουργία της παραμονής έγινε πρωϊνή, (της παραμονής), η νηστεία, (που τηρείτο για την απογευματινή Λειτουργία), διατηρήθηκε. Γιατί; Για τη γιορτή των Θεοφανείων;
Μα δεν νήστευαν για τη γιορτή. Δεν είναι άλλωστε δυνατόν να έχουμε 15 μέρες νηστεία για τη γιορτή της Παναγίας, 40 για τα Χριστούγεννα, κάπου 50 για το Πάσχα, (και κατά τον αείμνηστο κ. Ιω. Φουντούλη, παλιά νήστευαν ακόμα μια εβδομάδα εν όψει των εορτών του αγίου Δημητρίου, του «Σταυρού», των «Ταξιαρχών» κ.α.), και για τη μεγάλη Δεσποτική γιορτή των Θεοφανείων να έχουμε μόνο μία ημέρα;! Αν είναι δυνατόν!.
Το επιχείρημα, ότι μεσολαβεί η δωδεκαήμερη κατάλυση εις πάντα, και δεν ήταν δυνατό η νηστεία προς χάρη των Θεοφανείων να γίνει παραπάνω από μία ημέρα, δεν ευσταθεί. Δηλαδή; Υπήρχε «πρόβλημα» για την Εκκλησία, προκειμένου να τιμήσει τη μεγάλη αυτή γιορτή, να διακόψει την κατάλυση εις πάντα με το κλείσιμο της γιορτής των Χριστουγέννων (31 Δεκεμβρίου), και να άρχιζε μετά πενθήμερη νηστεία για τη γιορτή των Θεοφανείων, και μετά να συνέχιζε την κατάλυση εις πάντα; Δεν το έκανε. Γιατί ακριβώς στη «σκέψη» της ήταν, ότι η μονοήμερη αυτή νηστεία είναι για τη μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμού, και όχι για τη μεγάλη δεσποτική γιορτή των Θεοφανείων. Σημειωθήτω, πως τότε, (όχι σήμερα…), είχαν τέτοια «ψύχωση» με τη νηστεία, ώστε ένιωθαν ντροπή (!) να πάνε στην εκκλησία, να ακούσουν κήρυγμα, επειδή και μόνο έτυχε να καταλύσουν λίγο τη νηστεία! (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ομιλ. 9 & 10 εις Αδριάντας). Και θα έπιναν αυτοί οι χριστιανοί το Μεγάλο Αγιασμό σαν νεράκι, χωρίς δηλαδή προηγουμένως να νηστέψουν;!
Επίσης: Ανήμερα της γιορτής «κρατούσαν» Μεγάλο Αγιασμό στα σπίτια τους, μόνο για «ευλογία», «εις εαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν», όπως επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εις το άγιον Βάπτισμα.., P. G. τ. 49, σελ. 366). Δεν έκαναν δηλαδή χρήση στον υπόλοιπο καιρό. (Αν ήταν σε καθημερινή χρήση (μετάληψη, ραντισμός, κ.λ.π.), δεν υπήρχε λόγος να προκύψει αργότερα (8ος μ.Χ. αι.), ο «Μικρός Αγιασμός»).

4. Αυτό, το να πίνουν Μεγάλο Αγιασμό ανήμερα των Φώτων, να ραντίζουν τα υπάρχοντά τους, παραμονή και ανήμερα, να το κρατάνε απλά για «ευλογία» στο σπίτι τους, (αλλά και να «μεταλαμβάνουν» οι εξομολογούμενοι, όταν ο Πνευματικός τους το επιτρέπει), ίσχυε μέχρι τελευταία στην πατρίδα μας. «Το ύδωρ τούτο (των Θεοφανείων) εχρησιμοποίουν ως και ημείς σήμερον», σημειώνει ο καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, (Εκκλησιαστική Ιστορία, έκδοση Δ , σελ. 117). Με το «σήμερον» δεν εννοεί το δικό μας «σήμερα», 2009, (που άλλαξαν πράγματα και καταστάσεις…), αλλά την εποχή, τη δεκαετία του 1940, που ο καθηγητής συνέγραφε το βιβλίο του. Και αν ρωτήσουμε τους παλαιοτέρους, που έζησαν στην εποχή εκείνη, θα μας ειπούν αυτό που αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Κρατούσαν τον αγιασμό σαν «ευλογία» στο σπίτι τους, χωρίς να πίνουν και να ραντίζουν, εκτός από την ημέρα των Θεοφανείων. («Την παραμονή όλοι νήστευαν, για να πιουν αγιασμό το πρωί της γιορτής», μας πληροφορεί η Μικρασιάτισσα Φιλιώ Χαϊδεμένου). («Τρεις αιώνες, μια ζωή», εκδόσεις «Λιβάνη» σελ. 64). Τέτοιο σεβασμό στη μακρόχρονη αυτή Παράδοση!
Μερικοί αντί να αγωνίζονται για να διασωθεί η Ιερή αυτή Παράδοση, κάνουν το αντίθετο: Αγωνίζονται να την εξαφανίσουν. (Γιατί άραγε;). Χωρίς να παραθέτουν ούτε μία σαφέστατη εκκλησιαστική μαρτυρία που να κατοχυρώνει τον αγώνα τους. Λες και η Παράδοση αυτή είναι εκ των πραγμάτων αιρετική και επικίνδυνη.

Περισσότερα στο Βιβλίο «ΜΙΚΡΟΣ & ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ.»

Αρέσει σε %d bloggers: